Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Τιμώνιον — a Timon s neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Τιμώνιον — και Τιμώνειον, τὸ, Α [Τίμων, ωνος] η κατοικία τού Τίμωνος … Dictionary of Greek